μολύνω


μολύνω
[молино] р. заражать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μολύνω" в других словарях:

  • μολύνω — μολύνω, μόλυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μολυνῶ — μολύνω stain fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολύνω — (ΑΜ μολύνω) 1. ρυπαίνω, σπιλώνω, κηλιδώνω, λερώνω, βρομίζω («πηλῷ μολύνοντες... καὶ ξηραίνοντες ἑαυτούς», Αριστοτ.) 2. μτφ. διαφθείρω κάποιον ηθικά ή πνευματικά, εξαχρειώνω, εκφαυλίζω («ἡ συνείδησις αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται», ΚΔ) 3. (για ιερά …   Dictionary of Greek

  • μολύνω — μολύ̱νω , μολύνω stain aor subj act 1st sg μολύ̱νω , μολύνω stain pres subj act 1st sg μολύ̱νω , μολύνω stain pres ind act 1st sg μολύ̱νω , μολύνω stain aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολύνω — μόλυνα, μολύνθηκα, μολυσμένος 1. λερώνω, βρομίζω: Μόλυνε το πάτωμα με ακαθαρσίες. 2. μεταδίνω νοσογόνα μικρόβια σε κάποιον: Μολυσμένος αέρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεμολυμμένα — μολύνω stain perf part mp neut nom/voc/acc pl μεμολυμμένᾱ , μολύνω stain perf part mp fem nom/voc/acc dual μεμολυμμένᾱ , μολύνω stain perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμολυσμένα — μολύνω stain perf part mp neut nom/voc/acc pl μεμολυσμένᾱ , μολύνω stain perf part mp fem nom/voc/acc dual μεμολυσμένᾱ , μολύνω stain perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμόλυνται — μολύνω stain perf ind mp 3rd sg μολύνω stain perf ind mp 3rd pl (epic ionic) μολύνω stain perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμολυμμέναι — μολύνω stain perf part mp fem nom/voc pl μεμολυμμένᾱͅ , μολύνω stain perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμολυμμένον — μολύνω stain perf part mp masc acc sg μολύνω stain perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)